|
Η οδυνηρή περιπέτεια ενός φίλου (Διήγημα)

Μετά από τόσο καιρό αντικρίζω ξανά, τον ήλιο, τον ουρανό, τους ανθρώπους τον κόσμο, την πλάση όλη. Τι υπέροχο συναίσθημα χαράς, όλα είναι ίδια όπως τα άφησα, εκείνο το τραγικό βράδυ.
Όταν συνέβη το μοιραίο ήταν Σάββατο βράδυ, και καθώς γυρίζαμε με την παρέα από club που είχαμε πάει, είπαμε να πάμε από την Παραλιακή. Η ώρα ήταν 6, κόντευε να χαράξει. Όλοι ήμασταν μεθυσμένοι και καθώς δεν είχαμε συναίσθηση του τι κάναμε, τρέχαμε ανεξέλενκτα.
Είδα τον ήλιο να προβάλει φωτεινός και λαμπερός, να βγαίνει από το βασίλειο του. Και μετά όλα σκοτείνιασαν, φωνές, κλάματα, φασαρίες.
Δύο χέρια με πιάνουν και μετά, μετά δεν θυμάμαι τίποτα.
Δεν ξέρω πόσες μέρες κοιμόμουν, 3-4. Προσπαθούσα να ανοίξω τα ματόκλαδα μου, μετά από μεγάλη προσπάθεια, κατάφερα να τα ανοίξω. «Μα τι γίνεται σε υπόγειο με έχουν ή έχουμε διακοπή ρεύματος»σκέφτηκα. Δίπλα μου ακουγόντουσαν κάτι ψίθυροι, μα δεν μπορούσα να καταλάβω ποίοι ήταν. Δύο χέρια άγγιξαν τα δικά μου. «Μην κουράζεσαι παιδί μου, ξεκουράσου». Ακούστηκε τσακισμένη η φωνή της μάνας. Μα εγώ είχα τόσες απορίες, τι έγινε, που βρισκόμαστε, γιατί να ξεκουραστώ. Μα κανείς δεν μου εξηγούσε. Ξανάκλεισα τα μάτια μου, και έμεινα στη σιωπή. Είχα τα αυτιά μου, τεντωμένα μήπως και ακούσω τίποτα. Μα δεν γίνεται όλο και κάποιος θα πει κάτι, κάποιον θα φωνάξω. Μα κανείς δεν μιλούσε ή κανένας ήχος δεν έφτανε στα αυτιά μου, ακόμα και οι ψίθυροι είχαν σταματήσει. Μου ήταν αδύνατον να ακούσω κάτι, έτσι κι εγώ προσπάθησα κάτι να θυμηθώ. Μα το μόνο που θυμόμουν ήταν ο ήλιος να ανατέλλει. Και μετά φωνές, φωνές, φωνές. Όλες κάτι μου έλεγαν μα δεν μπορούσα να καταλάβω τίποτα.
Όταν ξαναπροσπάθησα να ανοίξω τα μάτια μου, δύο τρεμάμενα χέρια με ακούμπησαν. Κατάλαβα αμέσως πως ήταν της μάνας μου.«Μην ανησυχείς παιδί μου, τώρα θα έρθει ο γιατρός». Μου είπε εκείνη.. Και εγώ παρέμεινα βουβός. Γιατρός; Μα σε ποιο νοσοκομείο βρισκόμαστε, και είναι τόσο σκοτεινά τι ώρα να είναι. Σε λίγο ακούστηκε μια βαριά ανδρική φωνή, που παρακαλούσε κάποιους να βγουν έξω. Ο γιατρός με πλησίασε και μου είπε να ανοίξω τα μάτια μου, εγώ τα άνοιξα αμέσως σαν να το περίμενα. Μου ζήτησε να του πω τι βλέπω. «Μα τι να βλέπω γιατρέ μου σε αυτό εδώ το υπόγειο που είμαστε, τι είναι εδώ;», τον ρώτησα με μεγάλη περιέργεια. Εκείνος δισταχτικά άρχισε να μου εξιστορεί το τραγικό συμβάν και ότι όλοι οι φίλοι μου ήταν καλά. Μόνο που εγώ είχα ένα μικρό προβληματάκι, που με τον καιρό θα διορθωνόταν, προσωρινά δε θα μπορούσα να δω. Μα αν είναι δυνατόν, τι λέει αυτός ο άνθρωπος, μήπως είναι τρελός, ναι σίγουρα είναι, δεν γίνεται, δεν είναι δυνατόν, μα δεν, δεν είναι. Άκουσα τα βήματα του γιατρού, να απομακρύνονται από το δωμάτιο. Και κάποιον να κάθεται δίπλα μου. «Μην ανησυχείς παιδί μου, όλα θα πάνε καλά». Ακούστηκε σταθερή αυτή τη φορά η μητέρα.
Εγώ ήταν σαν να με έριχναν από το Έβερεστ μέσα σε ένα τεράστιο άνοιγμα του εδάφους. Και ότι από εδώ και πέρα, θα ήμουν αναγκασμένος να μείνω για πάντα εκεί. Ο γιατρός μου έδινε πολλές ελπίδες, μα ήταν σίγουρα αληθινές; Δεν μπορούσα να μιλήσω, μου ήταν αδύνατον, παρέμεινα σιωπηλός, γιατί η σιωπή ήταν λύτρωση για μένα εκείνη τη στιγμή. Προσπαθούσα πυρετωδώς να θυμηθώ πως έγινε και τρακάραμε, μα η μνήμη μου δεν με βοηθούσε καθόλου. Καλά, όχι ότι φημιζόμουν και ποτέ για τη μνήμη μου, μα τώρα ήταν τελείως κενή.
Όταν ξύπνησα, άκουσα τις φωνές των παιδιών: «Που είσαι ρε φιλαράκο, τι κάνεις;» ακούστηκε χαρούμενη η φωνή του Φάνη. «Μαύρα μάτια κάναμε να σε δούμε» είπε ο Πέτρος, ο εξυπνάκιας της παρέας. «Πως πάει, καλά;» ρώτησε ο Γιάννης. «Άντε ρε, και μας τρόμαξες» είπε ο Γιώργος, ο πάντα ψύχραιμος της παρέας. «Είμαι καλά, εσείς;» αυτές ήταν οι λέξεις που μου βγήκαν. «Καλά ρε παιδιά, πως έγινε;» τους ρώτησα με μεγάλη περιέργεια. Σκέφτηκα πως θα ήταν οι μόνοι που θα ξέρανε. Μα εκείνοι απάντησαν όλοι μαζί, με μια λέξη «Μην περιμένεις, δεν θυμόμαστε τίποτα», είπαν με μια φωνή.
Ο Φάνης είχε σπάσει το πόδι του, ο Πέτρος είχε πάθει μια προσωρινή αμνησία, αλλά τώρα ήταν καλά. Ο Γιάννης είχε σπάσει το χέρι του και του Γιώργου του κάνανε δύο φορές πλύση στομάχου. Aρα το μόνο συμπέρασμα που βγάλαμε ήταν ότι είχαμε πιει υπερβολικά. «Πρέπει να φύγουμε» είπε ο Φάνης και σηκώθηκε πρώτος. «Γιατί έχουμε να πάμε και στη σχολή» συμπλήρωσε ο Γιάννης. «Μην ανησυχείς όλα θα πάνε καλά» μου είπαν κι έφυγαν. «Α ξέχασα να σου πω το απόγευμα θα έρθει και η Μαρία έχει τρελαθεί από την αγωνία της» είπε ο Γιάννης και μου έκλεισε το μάτι. Αργότερα πέρασε ο γιατρός ο κ. Δημήτρης Παπαδόπουλος, μου είπε ότι υπάρχουν πολλές ελπίδες και να μην το βάζω κάτω. Έπειτα άνοιξε η μάνα μου την πόρτα και μου είπε ότι είναι έξω η Μαρία. Στο άκουσμα αυτού του ονόματος η καρδιά μου χτύπησε δυνατά. Και εκείνη τη στιγμή μετά από τόσο καιρό, που ήμουν στο νοσοκομείο, γαλήνεψε η καρδιά μου.
Την ένιωσα να κάθεται δίπλα μου, ανάσαινα το άρωμα της, άρωμα τριανταφυλλιού. Ένιωσα τα χέρια της να αγγίζουν το πρόσωπό μου. Και μετά, μετά γεύτηκα την απαλή υφή των χειλιών της. Με βοήθησε να σηκωθώ να πάμε έναν περίπατο, στο κήπο του νοσοκομείου, μα δε γινόταν, δε μπορούσα να πω όχι. Και σαν υπνωτισμένος όπως ένιωθα βγήκαμε έξω. Ανάσαινα τον καθαρό αέρα, την φύση, την ευωδιά των λουλουδιών. Περπατήσαμε για κάμποση ώρα σιωπηλοί και μετά καθίσαμε σε ένα παγκάκι. Μιλήσαμε για το ατύχημα, μα ούτε εκείνη γνώριζε τι ακριβώς είχε γίνει. «Μα ευτυχώς όλα είχαν αίσιο τέλος και είστε πολύ τυχεροί που ζείτε, μετά από τέτοιο ατύχημα » μου είπε κάπως νευρική. Της εκμυστηρεύτηκα τα συναισθήματά μου και το κενό που ένιωθα μέσα μου .Εκείνη μου είπε πως θα συνηθίσω και πως όλα θα είναι όπως παλιά, γιατί η Ιατρική έχει κάνει θαύματα στις μέρες μας. Μα εγώ ήμουν ανασφαλής , και είχα τις ανησυχίες μου. Σιγά σιγά άρχισα, να μετακινούμε μόνος μου, μέσα στο δωμάτιο του νοσοκομείου, και μπορούσα να πηγαίνω από το δωμάτιο στο μπάνιο. Οι μέρες περνούσαν μονότονες κάθε πρωί ερχόταν ο γιατρός, και μου έδινε ελπίδες, το απόγευμα η Μαρία, και το βράδυ τα παιδιά για να πούμε καμία χαζομάρα από τα παλιά.
Την Πέμπτη το πρωί ο γιατρός μου είπε, πως θα μπορούσα να πάω σπίτι μου, μα θα έπρεπε να έρχομαι τακτικά, για εξετάσεις, και γιατί καθημερινός βγαίνουν καινούργια μηχανήματα, πιο αναβαθμισμένα και σύγχρονα.
Οι γονείς μου είχαν πάει να βγάλουν το εξιτήριο, και είχε έρθει η παλιοπαρέα να με πάρει. Με κράτησε ο Γιώργος από το χέρι και με καθοδήγησε σταθερά. Από ότι κατάλαβα οι άλλοι πρέπει να ήταν δεξιά μου, και αριστερά μου. Καθώς περπατούσαμε προς την έξοδο, άκουγα διάφορες φωνές. «Αχ τον κακομοίρη, νέο παλικάρι». Τους άκουγα και το αίμα μου ανέβαινε στο κεφάλι. Μου ερχόταν να τους φωνάξω να σκάσουν, μα ένας κόμπος ανέβαινε στο λαιμό μου, και δεν μπορούσα να τους το φωνάξω. «Μα γιατί δεν κοιτάζουν, τα δικά τους προβλήματα», σκέφτηκα και συνέχισα σιωπηλός.
Πρέπει να βγήκαμε από το νοσοκομείο, γιατί ο θόρυβος και τα κορναρίσματα των αυτοκινήτων, μου τρυπούσαν το τύμπανο. Τι φασαρία και κακό είναι αυτή πρωί πρωί; Πρέπει να κάναμε 1 ώρα περίπου μέχρι να φτάσουμε στο σπίτι, γιατί είχε πολύ κίνηση. Τα παιδία με άφησαν σπίτι και έφυγαν. Καθόμουν στο κρεβάτι ξαπλωμένος, και προσπαθούσα να σκεφτώ τη ζωή μου, αν μείνω έτσι για πάντα. Δεν άργησα καθόλου να εγκλιματιστώ στους χώρους του σπιτιού γιατί μου ήταν ιδιαίτερα γνώριμοι. Τα παιδιά εξακολουθούσαν να με επισκέπτονται καθημερινώς και η Μαρία ερχόταν κάθε απόγευμα μόλις τέλειωνε από τη σχολή και μου διάβαζε τα μαθήματα που έκαναν οι συμμαθητές μας. Μα οι υπόλοιπες ώρες της ημέρες μας για μένα ήταν ένα μαρτύριο. Δεν μπορούσα να διαβάσω ή να δω τηλεόραση. Περιορίστηκα στο να ακούω τραγούδια, μα αυτό δε μου αρκούσε. Κρεμόμουν από ένα χτύπημα του τηλεφώνου, που θα ήταν ο κ. Παπαδόπουλος και θα μου ανακοίνωνε πως βρέθηκε λύση. Μα το τηλέφωνο παρέμενε βουβό. Όταν χτυπούσε ήταν κάποιοι συγγενείς που ήθελαν να με συμπονέσουν μέσω του ΟΤΕ.
Εξακολουθούσα να πηγαίνω μαζί με τον πατέρα μου, στο νοσοκομείο για εξετάσεις μα τίποτα περισσότερο. Και όσο περνούσε ο καιρός ο κόμπος από το λαιμό μου όλο και ανέβαινε πιο ψηλά. Το Σάββατο το βράδυ τα παιδιά με παρακάλεσαν να πάω μαζί τους μα δεν ήμουν ακόμη έτοιμος, να αντιμετωπίσω τον κόσμο. Ήμουν σίγουρος ότι οι αντιδράσεις τους, θα με τσάκιζαν ακόμη περισσότερο.
Ένιωθα ανάμεικτα συ6ναισθήματα, χαρά που είχα γλιτώσει από το θάνατο, μα θα προτιμούσα να είχα πεθάνει. Νιώθω αγανάκτηση και λύπη , δεν αντέχω άλλο αυτήν την κατάσταση. Όλοι μου έδιναν κουράγιο, μα πράξεις δεν υπήρχαν. Ο κύριος Παπαδόπουλος σε κάθε επίσκεψη μου, στο νοσοκομείο μου έδινε όλο και περισσότερες ελπίδες. Μα πράξεις τίποτα, μόνο λόγια. Είχα είδη χάσει τη χρονιά μου. «Μα τι θα γινόμουν, αν δεν ξανάβλεπα ποτέ ποια;». Αυτή η σκέψη γυρνούσε μέσα στο μυαλό μου. Η Μαρία κάποια μέρα θα με παρατούσε, οι γονείς μου θα πέθαιναν. Κι εγώ τι θα έκανα, θα καταντούσα σε κανένα ίδρυμα, από αυτά που κακομεταχειρίζονται τους ανθρώπους. Όχι τέτοια ζωή δεν την θέλω, γιατί δεν είναι ζωή είναι ένα συνεχές βάσανο. Φυσικά αυτά δεν μπορούσα να τα πω σε κανέναν, ούτε καν στη Μαρία. Μα εγώ δεν άντεχα άλλο αυτή την κατάσταση, ήταν κάτι πάνω από τις δυνάμεις μου.
Ήταν μία εσωτερική φωνούλα που με πρόσταζε να τα σταματήσω όλα, και μία άλλη που μου έλεγε να μην το βάλω κάτω, γιατί μόνο αν αγωνιστώ θα νικήσω. Ήμουν ανάμεσα σε ένα τεράστιο δίλημμα. Είχα σκεφτεί πολλές φορές να βάλω τέρμα στη ζωή μου, μα αφού δεν το θέλησε ο θεός να πεθάνω στο ατύχημα, γιατί να αυτοκτονήσω. Δεν μπορούσα να βρω κάποια λύση, ώσπου ένα απόγευμα.
Κάποιο απόγευμα ήρθε να με επισκεφτεί η ξαδέρφη μου η Ρούλα, που σπούδαζε για πολλά χρόνια στο εξωτερικό. Στην αρχή είχα μάθει πώς θα σπούδαζε ψυχολόγος, μα μετά είχα μάθει πώς άλλαξε, μα δεν είχα μάθει ποτέ πριν την επίσκεψη της στο σπίτι μου ποία κατεύθυνση είχε επιλέξει. Είχε σπουδάσει δασκάλα για άτομα με ειδικές ανάγκες. Ήταν δώρο θεού, ήταν σαν να μου έστελνε ο ίδιος ο θεός ειδικά για μένα. Μου υποσχέθηκε πώς θα μου βρει λύση. Και όντως μου βρήκε λύση για το πρόβλημα μου, θα συνέχιζα και τις σπουδές μου κανονικά. Μόνο που θα έπρεπε να μάθω μπρέιλ, τη γλώσσα των τυφλών. Για να μπορώ να διαβάζω βιβλία και να γράφω. «Αυτή η κίνηση το ξέρω θα σου κοστίσει πολύ, αλλά εγώ θα είμαι δίπλα σου, για να σε βοηθήσω. Ξέρεις πόσα παιδία έρχονται καθημερινός στη σχολή τυφλών. Ίσα ίσα που εσύ έχεις πολλές ελπίδες να γίνεις καλά».
Μου είπε η Ρούλα. Και τότε για πρώτη φορά μετά το ατύχημα ένιωσα, ότι τίποτα δεν είχε τελειώσει, και ότι ο άνθρωπος με τη θέληση του, μπορεί να πετύχει τα πάντα.
Η παρέα και η Μαρία το Σάββατο με πήραν σηκωτό, από το σπίτι. «Γιατί ένα τέτοιο γεγονός, πρέπει να το γιορτάσουμε», είπε ο Πέτρος, που για πρώτη του φορά δεν είχε πει κοτσάνα. Βγήκαμε διασκεδάσαμε μέχρι αργά, άλλα μετά πήραμε ταξί για να γυρίσουμε.
Την Κυριακή κοιμόμουν μέχρι αργά , ποιος ξέρει τι ήπιαμε πάλι σκέφτηκα. Μα την προσοχή μου τράβηξε η φωνή της μάνας και της θείας Φούλας από το σαλόνι. (Μην στεναγχωριέσε χρυσή μου, όλα θα πάνε καλά ). Έλεγε η θεία Γούλα και προσπαθούσε να παρηγορήσει τη μάνα, που έκλεγε. Σηκώθηκα και ντύθηκα αθόρυβα, δεν ήθελα να καταλάβουν ότι ξύπνησα. Μα η μητέρα πρέπει να με είδε καθώς φαίνεται, γιατί σταμάτησε να κλαίει. Και άρχισαν αυτομάτως να μιλάν για τη μαγειρική. Αισθάνθηκα ηλίθιος γιατί εξαιτίας μου, οι γονείς μου στεναχωριούνται. Ένα μοναχοπαίδι είχαν και αυτοί και αυτό σακάτη. Τι σκέψη μου, διέκοψε το χτύπημα του κουδουνιού.
Ήταν η Ρούλα για να κανονίσουμε τι ώρα θα περνάει να με παίρνει το πρωί για τη σχολή. Όταν έφυγε θα πρέπει να είχε νυχτώσει, έπεσα στο κρεβάτι μα δεν με έπαιρνε ο ύπνος. Σκεφτόμουν μια το ατύχημα και μια την αυριανή μου μέρα. Η Μαρία μου είχε δώσει το αγγελάκι της, να με φυλάει, μα δε με ηρεμούσε καθόλου. Είχα μάθει πως θα πρέπει να στηρίζομαι στα πόδια μου, από δω και πέρα. Και στο κάτω κάτω δεν ήμουν ο μοναδικός, που δεν έβλεπα. Εγώ τουλάχιστον ήξερα πως είναι ο κόσμος, οι γονείς μου, οι φίλοι μου, η Μαρία. Ενώ γεννιούνται καθημερινώς παιδιά, που δεν ξέρουν ούτε καν πως είναι οι γονείς τους.
Ήρθε η μάνα μου, να με ξυπνήσει. Σηκώθηκα, πλύθηκα και ντύθηκα. Οι δικοί μου, ήταν περισσότερο αγχωμένοι και από εμένα τον ίδιο. Μετά από λίγο έστεκε μπροστά στην πόρτα, η Ρούλα. Με έπιασε με το έμπειρο χέρι της και με καθοδήγησε σταθερά. Όταν φθάσαμε στη σχολή μου είπε, πως είναι ένα διώροφο κίτρινο χτίριο. Καθώς περνούσαμε στους διαδρόμους, η Ρούλα άρχισε να χαιρετάει γνωστούς της, χωρίς να μου αφήνει το χέρι. Σε κάποια στιγμή σκύβει και μου λέει στο αυτί: «Αυτή η κοπέλα που χαιρέτησα, δε μπορεί ούτε να μιλήσει, ούτε να περπατήσει». Τότε σκηφτηκα ο τι υπάρχουν και πολύ πιο χειρότερα από εμένα.
Στην δικιά μου τάξη γιατί ήμουν καινούριος την ανέλαβε η Ρούλα. Με γνώρισε και με τα άλλα παιδία που ήταν ομοιοπαθείς με μένα, άλλα από ατύχημα όπως στη δική μου περίπτωση και άλλα εκ γενετής. Γίναμε αμέσως φίλοι με όλα τα παιδιά. Μα περισσότερο με τον Σπύρο ένα παιδί 20 χρονών όπως και εγώ, είχε τρακάρει με τη μηχανή και έχασε την όραση του. Ένιωθα πώς ήμουν πιο κοντά με εκείνον περισσότερο, δεν ξέρω γιατί μα το αισθανόμουν. Στη συνέχεια ανακαλύψαμε, πώς είχαμε και τα ίδια ενδιαφέροντα. Λατρεύαμε και οι δύο το ποδόσφαιρο, τις μηχανές και τα αυτοκίνητα. Το μεσημέρι έφυγα πάλι με την Ρούλα. Μου είπε πως ο Σπύρος είναι πάρα πολύ καλό παιδί, αλλά πολύ μόνο.
Ο πατέρας του είναι γιατρός, οφθαλμίατρος μα δεν μπορεί να βρει μία λύση για το πρόβλημα του γιου του. Και η μητέρα του, μετά από το ατύχημα τον θεωρούσε υπεύθυνο και τον κάνει να νιώθει άσχημα. «Έτσι είναι πολύ μόνος, πρώτη φορά τον βλέπω να κάνει παρέα με κάποιο άλλο παιδί». Μου είπε η Ρούλα και ήμουν σίγουρος πώς σχηματίστηκε, ένα χαμόγελο στα χείλη της. Μόλις πάτησα το πόδι μου στο σπίτι οι ερωτήσεις από τους γονείς μου, άρχισαν να πέφτουν βροχή. Μα εγώ δεν ήθελα να τους ακούω καν, εκείνη τη στιγμή. Ήθελα να κλειστώ στο δωμάτιο μου, και να σκεφτώ τα πρωινά. Μα δεν τα κατάφερα, γιατί μετά από τους γονείς μου, ήρθε η Μαρία και έπειτα η παρέα. Βγήκαμε για καφέ, πήγαμε σε μία πολυσύχναστη καφετέρια μα δεν με ενδιέφερε τι θα έλεγε ο κόσμος βλέποντας με. Τους είπα για τη φιλία μου με τον Σπύρο και με άρχισαν στη μουρμούρα:«Τώρα θα μας ξεχάσεις εμάς;» ρώτησε ο Γιώργος. «Μα όχι αν είναι δυνατόν, εσείς ρε ήσαστε αδέρφια μου», τους είπα με μεγάλη σιγουριά. Και όντως τους ένιωθα σαν τους αδερφούς, που δεν απέκτησα ποτέ. Την δεύτερη μέρα πριν πάμε στη σχολή, η Ρούλα μου έβαλε στο χέρι μου, ένα ρολόι. Μετά από λίγη ώρα διαπίστωσα πώς το ρολόι, λέει από μόνο του. Η Ρούλα πρέπει να είδε την έκφραση ξαφνιασμού, στο πρόσωπο μου, γιατί μου είπε: «Αυτό δεν είναι τίποτα έχεις να γνωρίσεις ακόμη πολλά πράγματα». Μα δεν είναι δυνατόν να έχουν βγάλει ρολόι, που να λέει από μόνο του την ώρα. Με τις μέρες ανακάλυψα, ένα σωρό πράγματα που έκαναν τη ζωή μου, πιο εύκολη. Που πριν πάω στη σχολή ήταν ανύπαρκτα για μένα. Με το Σπύρο κάθε μέρα, δενόμασταν όλο και περισσότερο. Είχαμε γίνει κολλητοί. Αποφάσισα να τον γνωρίσω και στην παρέα. Μα δεν ξέρω ήμουν επιφυλακτικός γιατί δεν ήθελα με τίποτα να πληγωθεί ο Σπύρος.
Μίλησα με την παρέα και μου είπαν, πως δε θα έκαναν τίποτα για να τον στεναχωρήσουν.
Η μεγάλη μέρα έφθασε, η μητέρα είχε ετοιμάσει τυροπιτάκια και πίτσα. Η Μαρία είχε έρθει να με βοηθήσει, με το ντύσιμό μου. Η παρέα έφθασε λίγο αργότερα, με φωνές και φασαρίες γιατί δεν είχαν περάσει ν πάρουν τον Γιάννη και εκείνος ήταν έξω φρενών. Προσπαθήσαμε να ηρεμήσουμε τα πνεύματα εγώ και η Μαρία με ένα τραγούδι που το λέγαμε παλιά. Εγώ έπαιζα κι8θάρα και η άλλοι τραγουδούσαν. Μα τώρα όλα αυτά φάνταζαν με όνειρο. Ο Σπύρος ήρθε ακριβώς στις εφτά όπως με ενημέρωσε ο φίλος μου ο τικ-τακ. Το απόγευμα γύρισε ωραία και ήσυχα. Τα παιδιά τον καλοδέχτηκαν στην παρέα μας. Είχαμε όλοι τα ίδια ενδιαφέροντα και το πιο παράξενο και αυτός πριν το ατύχημα σπούδαζε μηχανολόγος, όπως και εμείς. Μα πόσα ακόμη κοινά στοιχεία θα ανακαλύπταμε στη συνέχεια δεν λέγεται. Μόλις έφυγε ο Σπύρος τα παιδιά μου είπαν, πως είχα δίκιο ήταν πολύ καλό παιδί. Τώρα η παρέα μεγάλωσε κάθε Σάββατο βρισκόμασταν όλοι μαζί και πηγαίναμε για καφέ. Κατάλαβα πως ο Σπύρος μας είχε ανάγκη, μα τώρα τον είχαμε και εμείς. Μια μέρα μου εκμυστηρεύτηκε, ότι ο πατέρας του ένιωθε ένας ανήμπορος επιστήμονας, γιατί δεν μπορεί να σώσει το γιο του: «Μα τι να κάνουμε έτσι είναι η ζωή δεν μπορούμε να τα έχουμε όλα». μου είπε εκείνος κάπως μελαγχολικά.«Καλά που έχω εσένα και την παρέα και ξεχνιέμαι», μου είπε. «Εμείς καλά που έχουμε και εσένα που είσαι ο πιο λογικός και ο πιο φρόνιμος». Του απάντησα μεταξύ σοβαρού και αστείου.
Η σχέση μου, με τη Μαρία πήγαινε καλύτερα από ποτέ. Εκείνη με καταλάβαινε και με βοηθούσε, να ζω. Τώρα ήμασταν στην ίδια τάξη, εκείνη στο σχολείο της και εγώ στο δικό μου.
Το είχα πάρει απόφαση πια, δεν υπήρχε περίπτωση να ξαναντικρύσω εκείνη τη μαγευτική Ανατολή. Μα κατάλαβα πως η ζωή συνεχίζεται και πως όλα αρχίζουν τώρα, τίποτα δεν έχει τελειώσει. Γιατί οι άνθρωποι πρέπει να αγωνίζονται και να μην το βάζουν κάτω. Το πώς έγινε το ατύχημα δεν το κατάλαβα ακόμη.
Κανείς δεν το είχε δει, για να μου εξηγήσει. Μα τι να τις έκανα τις λεπτομέρειες, το αποτέλεσμα μετρούσε.
Ήταν Πέμπτη απόγευμα, εγώ και η παρέα ήμασταν στο δωμάτιό μου και συνθέταμε τραγούδια. Είχαμε κανονίσει να κάνουμε ένα μικρό συγκρότημα. Μα ξαφνικά χτυπάει το τηλέφωνο, το σηκώνω και δίχως να το περιμένω μου απαντά η φωνή του κυρίου Παπαδόπουλος: «Εσύ είσαι παιδί μου, Νίκο;» ακούστηκε από το τηλέφωνο: «Ναι κύριε Παπαδόπουλος» του απάντησα. Παιδί μου βρέθηκε ένα καινούριο μηχάνημα που θεραπεύει την αρρώστια σου.» Ακούγοντας αυτά τα τελευταία λόγια έκλεισα το τηλέφωνο μηχανικά. Αν με έπιανες από τη μύτη θα έσκαγα, από χαρά. Μετά από λίγη ώρα συνήλθα από τα ξεφωνητά των παιδιών. Τους μετέφρασα κατά λέξη τα λόγια του γιατρού. Και το δωμάτιο γέμισε ξεφωνητά. Η Μαρία κόντευε να με σκάσει, από τις αγκαλιές και τα φιλιά. Την άλλη μέρα στις έντεκα ακριβώς βρισκόμουν στην αίθουσα που θα γινόταν η επέμβαση. Στις έξι ώρα την άλλη μέρα το πρωί ξύπνησα στο δωμάτιο του νοσοκομείου. Και ως του θαύματος έβλεπα ξανά την ανατολή. Ναι έβλεπα, έβλεπα. Μα μέσα από την ταλαιπορία που τράβηξα ένα χρόνο, κατάλαβα ότι αξίζει να προσπαθείς.
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ
ΚΟΥΤΣΟΣΠΥΡΟΥ
|
|